ἄραξα

ἄ̱ραξα , ἀράσσω
smite
aor ind act 1st sg (doric aeolic)
ἀράσσω
smite
aor ind act 1st sg (homeric ionic)
ἄ̱ραξα , ἀράζω
snarl
aor ind act 1st sg (doric aeolic)
ἀράζω
snarl
aor ind act 1st sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀράξα — ἀράξᾱ , ἀράξα fem nom/voc/acc dual ἀράξᾱ , ἀράξα fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράξα — Ἀράξᾱ , Ἀράξης masc acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράξας — ἀράξᾱς , ἀράξα fem acc pl ἀράξᾱς , ἀράξα fem gen sg (doric aeolic) ἀράξᾱς , ἀράσσω smite aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) ἀράξᾱς , ἀράζω snarl aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράξαι — ἀράξᾱͅ , ἀράξα fem dat sg (doric aeolic) ἀράσσω smite aor inf act ἀράξαῑ , ἀράσσω smite aor opt act 3rd sg ἀράζω snarl aor inf act ἀράξαῑ , ἀράζω snarl aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράξασα — ἀράξᾱσα , ἀράσσω smite aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀράξᾱσα , ἀράζω snarl aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αράζω — άραξα, αραγμένος 1. αγκυροβολώ: Εκεί που άραξες τα νερά είναι ρηχά. 2. καταλήγω κάπου μόνιμα: Εδώ πια θα αράξουμε. Φρ. «Σία κι αράξαμε» (συνήθως ειρωνικά), φτάσαμε στο τέρμα, πετύχαμε το σκοπό μας. 3. μτφ., κάθομαι, θρονιάζομαι τεμπέλικα. Ουσ.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀραξῶν — ἀράξα fem gen pl ἀράσσω smite fut part act masc nom sg (doric) ἀράζω snarl fut part act masc nom sg (attic epic doric) ἀράζω snarl fut part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀράξας — Ἀράξᾱς , Ἀράξης masc acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράξην — ἀράξα fem acc sg (attic epic ionic) ἀράσσω smite fut inf act (doric aeolic) ἀ̱ράξην , ἀράσσω smite futperf inf act (doric aeolic) ἀράζω snarl fut inf act (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄραξαι — ἀράξα fem nom/voc pl ἄ̱ραξαι , ἀράσσω smite perf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀράσσω smite aor imperat mid 2nd sg ἄ̱ραξαι , ἀράζω snarl perf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀράζω snarl aor imperat mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.